του Χαράλαμπου Γκούβα
Μιά ξενάγηση στις «Πύλες του Αδη», εκεί όπου η μαγεία της Μυθολογίας, συναντάει την αγριότητα της φύσης. Copyright ©: Χαράλαμπος Γκούβας, 1997. Aπαγορεύεται η αναπαραγωγή με οποιοδήποτε έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο χωρίς την γραπτή άδεια του συγγραφέως.
Εισαγωγή
-
Εισαγωγή
«Ενθα μέν εις Αχέροντα πυριφλεγέθων τε ρέουσι Κώκυτος θ', ος δή Στυγός ύδατος έστιν απορρώξ πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμών εριδούπων».
Ομήρου Οδύσσεια Κ 513-515
Ο Αχέρων Ποταμός (άχος=λύπη, Αχέρων = χωρίς χαρά, ποταμός της λύπης) είναι από τους πλέον διάσημους παγκοσμίως, όχι τόσο για το μέγεθός του- ωχριά μπροστά στο Ρήνο, το Νιαγάρα, το Νείλο, τον Αμαζόνιο, κλπ, αλλά λόγω του μεταφυσικού περιεχομένου των μυθολογικών πληροφοριών πού έμμεσα τον αφορούν. Λέγεται και Μαυροπόταμος, διότι σύμφωνα με τη Μυθολογία, κατά την Τιτανομαχία οι Τιτάνες για να ξεδιψάσουν ήπιαν νερό από τον Αχέροντα και ο Δίας επάνω στο θυμό του μαύρισε και πίκρανε τα νερά του. Η ονομασία αυτή όμως δεν χρησιμοποιείται σήμερα.
Ο Αχέρων, γεωγραφικά εκτείνεται σε τρείς νομούς της Ελλάδας, τον Ν.Πρέβεζας, Ν.Ιωαννίνων και Ν.Θεσπρωτίας. Δυστυχώς, πέραν της μυθολογικής και ιστορικής αξίας του Αχέροντα Ποταμού παραγνωρίσθηκε πλήρως το οικολογικό-φυσιολατρικό σκέλος που τον διέπει. Κατά την άποψη πολλών η φυσική ομορφιά της χαράδρας του Αχέροντα είναι κατά πολύ ανώτερη του Φαραγγιού της Σαμαριάς στην Κρήτη και της Χαράδρας του Βίκου στο Νομό Ιωαννίνων. Και δυστυχώς οι πρώτοι που ανακάλυψαν την ομορφιά αυτή είναι οι Γερμανοί τουρίστες. Στην Ελλάδα, πρακτικά μεγάλη δημοσιότητα απέκτησε ο Αχέροντας μετά τις διασχίσεις και ανακοινώσεις του Ορειβατικού Συλλόγου Πρέβεζας από το 1993 και μετά. Στη σύντομη αυτή μονογραφία καταγράφονται σε συντομία, γεωγραφικά στοιχεία, μυθολογία, τουριστικές πληροφορίες και πληροφορίες για αθλητικές δραστηριότητες. (Χαράλ. Γκούβας , 1996).
Οι πληροφορίες για τον Αχέροντα ποταμό στις εγκυκοπαίδειες και τα διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, είναι ενίοτε ελλιπείς, άλλοτε λανθασμένες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Ιδού μερικά παραδείγματα:
Στην Ελληνική εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ», έκδοση 1996, τόμος 5, σελίδα 139, γράφει: «Αχέρων: Ποταμός της Ηπείρου (Μαυροπόταμος ή Φαναριώτικος), ο οποίος περιβάλλεται από πλούσια μυθική παράδοση σχετική με τους νεκρούς και τον Αδη. Πηγάζει από τα όρη του Σουλίου (ΣΣ: λάθος. Μόνον ο Πυριφλεγέθων, πηγάζει από τά όρη Σουλίου. Αποκαλείται - κακώς - και ρέμμα του Ντάλλα, ή Σουλιώτικο ρέμα) κι εκβάλλει στο Ιόνιο, στον κόλπο του Γλυκέα κοντά στο χωριό Σπλάντζα (ΣΣ: λάθος. Εκβάλει ακριβώς μέσα στό χωριό Αμμουδιά, τέως Σπλάντζα). Επειδή ο Αχέρων πάφλαζε σε απόκρημνες χαράδρες και σκιερά φαράγγια και ύστερα χανόταν (ΣΣ: λάθος. ΔΕΝ υπάρχει τμήμα πού να ρέει υπογείως), για να προβάλλει πάλι σε μια ελώδη περιοχή γεμάτη καλαμιές, η όψη του ερημικού τοπίου έδωσε στη φαντασία των αρχαίων τη ζοφερή εικόνα ενός ποταμού που οδηγεί στον Αδη και αποτελεί το όριο μεταξύ του επάνω και του κάτω κόσμου (ΣΣ: λάθος. Η όλη μυθολογία πλάσθηκε από τις αρμοδιότητες του Νεκρομαντείου, και από τη Χαράδρα του Αχέροντα πού δεν ήταν προσπελάσιμη). Πίστευαν ότι τα νερά του, όπως και του παραπόταμου Κωκκυτού (Βουβός), που αποχετεύει τα νερά από την πεδιάδα της Παραμυθιάς (ΣΣ: λάθος, Κωκκυτός και Βουβός, δεν ταυτίζονται), ήταν δηλητηριασμένα και πικρά από ένα δράκοντα πού ζούσε στο σπήλαιο της πηγής του. Μετά το φόνο του δράκοντα, το νερό έγινε πάλι γλυκό. Υπάρχει και σχετική χριστιανική παράδοση που αποδίδει την εξόντωση του δράκοντα στον Αγιο Δωνάτο (Αϊδωνάτος). Στις εκβολές του Αχέροντα υπάρχει η λίμνη Αχερουσία η οποία έχει αποξηρανθςί με τεχνητά μέσα. Στην Αχερουσία, οι αρχαίοι τοποθετούσαν τις πύλες του Αδη (ΣΣ: αβέβαιον, έως λάθος. Μιά εκδοχή είναι οι Πύλες του Αδη να ήταν στά υπόγεια του Νεκρομαντείου, όπου με απάτη οι ιερείς ξεγεούσαν τους επισκέπτες, ή κατά δεύτερη εκδοχή - Χ.Γκούβα- να ήταν στά στενά της χαράδρας μεταξύ Βουβοπόταμου και Τρίκαστρου) .Κατά τις θρησκευτικές δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων, ο Αχέρων ήταν γιός της Γής. Επειδή όμως κατά τη Γιγαντομαχία ο Αχέρων έδωσε νερό στους Γίγαντες για να ξεδιψάσουν, καταδικάστηκε από το Δία να μένει αιώνια κάτω από τη γή. Το ποτάμι αυτό, με τις άφθονες καλαμιές στις όχθες του (έτσι απεικονίζεται σε πολλές λευκές αττικές ληκύθους), έπρεπε να διαβούν οι ψυχές των νεκρών για να φτάσουν στο βασίλειο του Αδη. Η διάβαση από τη μία όχθη στην άλλη γίνονταν με το πορθμείο του «Χάροντα» που έπειρνε σαν αμοιβή έναν οβολό από κάθε νεκρό. Ο Ομηρος δίνει για πρώτη φορά στην Οδύσσεια (κ.513) μια περιγραφή του κάτω κόσμου και εκεί αναφέρεται ο Α. μαζί με τους ποταμούς Πυριφλεγέθοντα και Κωκυτό. Σε ανασκαφές που άρχισαν το 1958, μετά από επίμονες προτάσεις ενός αυτοδίδακτου ερασιτέχνη αρχαιολόγου, του Κώστα Μουσελίμου, δάσκαλου στό επάγγελμα, κοντά στη συμβολή του Κωκυτού με τον Αχέροντα, πάνω σε ένα λόφο όπου υπάρχει η μονή του Αγίου Ιωάννου, ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο ελληνικό Νεκρομαντείο». (ΣΣ: Από τη χρήση του ονόματος Σπλάντζα, χωριό πού λέγεται πλέον Αμμουδιά, φαίνεται ότι το άρθρο αυτό της Δομής, έκδοση 1996, γράφηκε πρίν από τριάντα χρόνια και απλώς η «Δομή» είναι απλώς επανεκτύπωση με ορισμένες νέες προσθήκες απλώς για τα μάτια των αγοραστών).
Στην Eλληνική εγκυκλοπαίδεια CD ROM «ΧΘΩΝ 2002», έκδοση 1997, γράφονται για τον Αχέροντα τα εξής: Αχέροντας (Ε.Γ.+Μυθολ.) Ποταμός της Ηπείρου, γνωστός και ως Μαυροπόταμος ή Φαναριώτικος. Πηγάζει από τα όρη του Σουλίου, διαρρέει τη θεσπρωτική πεδιάδα Φανάρι, όπου στην αρχαία εποχή ήταν η Αχερουσία λίμνη, και χύνεται στο Ιόνιο πέλαγος, κοντά στην Πάργα. Η κοίτη του περνά μέσα από απόκρημνες και άγριες χαράδρες και ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι αρχαίοι νόμιζαν ότι οι ψυχές των νεκρών έπρεπε να διαβούν αυτό το ποτάμι για να φτάσουν στον Αδη. Η διάβαση του ποταμού γινόταν με τη βάρκα του Χάροντα, στον οποίο κάθε νεκρός πλήρωνε έναν οβολό. Στην αρχαιότητα πρώτος αναφέρει τον Αχέροντα ο Ομηρος σε μια περιγραφή του Κάτω Κόσμου, στην " Οδύσσεια". Εκεί τον αναφέρει μαζί με τους παραποτάμους του Κωκυτό και Περιφλεγέθοντα. Ο Αχέροντας, γιος της Γης, τιμωρήθηκε από το Δία να κυλά κάτω από τη Γη, γιατί κατά τη γιγαντομαχία έδωσε στους Γίγαντες νερό να ξεδιψάσουν. Με τον Αχέροντα συνδέεται και χριστιανική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Αϊ - Δονάτος (ο Αϊδωνάτος των αρχαίων) σκότωσε το δράκο που μόλυνε το νερό του ποταμού και το έκανε θανατηφόρο. (Εγκυκλοπαίδεια CD ROM «2002», έκδοση εταιρείας ΧΘΩΝ, Θεσσαλονίκη, 1998).
Αντίθετα, στην Αμερικανική εγκυκλοπαίδεια CD ROM «Encarta 1997» της Microsoft Inc. γράφει για τον Αχέροντα, ακριβώς τα εξής: «Acheron, in Greek mythology, river in Hades. It was also the name of a river in southern Epirus, Greece, which flowed underground for part of its 58-km (36-mi) course to the Ionian Sea». Μετάφραση: «Αχέρων, στην Ελληνική Μυθολογία, ποταμός στον Αδη. Ηταν επίσης και το όνομα ενός ποταμού στη Νότια Ηπειρο, στην Ελλάδα, ο οποίος έρεε υπογείως για ένα τμήμα από συνολικά του 58Km μήκους (36 μίλια), εκβάλλοντας στο Ιόνιο πέλαγος». Αυτό όμως είναι λάθος (η υπόγεια ροή), και η ετειρεία Microsoft ενημερώθηκε ήδη να διορθώσει το λάθος της. Γεωγραφία
-
Γεωγραφία
Τροφοδοτικά, ο Αχέρων δέχεται τά νερά του Πυριφλεγέθοντα, του Κωκκυτού, και του Βωβού ποταμού. Η λίμνη Αχερουσία αποστραγγίσθηκε μεταπολεμικά και ένα περίπλοκο δίκτυο αρδευτικών καναλίων διασχίζει τον κάμπο του Μεσοπόταμου και της Αμμουδιάς, κάνοντας δύσκολη μια αντικειμενική γεωγραφική περιγραφή του ποταμού. Δυστυχώς, η γεωγραφική αλήθεια είναι δύσκολο να δεθεί με τη μυθολογική περιγραφή, όπως θα παρατηρήσει κανείς στη συνέχεια του κειμένου αυτού.
Ο Πυριφλεγέθων (= Πυριφλογάτος, ποταμός φωτιά, πύρινος ποταμός), μυθολογικά αντιστοιχεί στο λεγόμενο «Σουλιώτικο Ρέμα» (γκραβούρα του Laurembergio 1653, Χαρ.Γκούβας 1994). Kατά μία άποψη «ο Πυριφλεγέθοντας (= θρακαναμμένος) είναι το ποτάμι του Καναλακίου, ο σημερινός Κάκαβας του οποίου τα νερά έπεφταν στον Αχέροντα και από εκεί στην Αχερουσία λίμνη. Το όνομα αποδίδεται σε φωτιές - σπινθήρες πού αναφέρονται μέσα στο ποτάμι. Οι φωτιές αυτές αποδίδονται σε πιθανές φωσφορούχες ουσίες πού έκαναν τά ξύλα δένδρων να σπινθηρίζουν» (Σπύρος Μουσελίμης, 1966). Κατά δεύτερη άποψη, προφανώς το όνομα αποδίδεται στην πίστη των Αρχαίων ότι ο Πυριφλεγέθων λόγω του κρότου στη συμβολή- προέρχεται από το «πύρ» των εγκάτων της γής. Kατά άλλη άποψη η οποία αναγράφεται στο επίσημο τουριστικό οδηγό της Νομαρχίας Πρέβεζας, Ο Πυριφλεγέθων ποταμός ταυτίζεται με τον Βουβοπόταμο (Βωβός Ποταμός) (Ελενα Παλάσκα, Λάζαρος Συνέσιος, Πρέβεζα, 1996) (ΣΣ: λάθος).
Ο Κωκυτός (= Θρήνος, ποταμός του Πένθους), ονομάσθηκε έτσι από τους θρήνους και τά μοιρολόγια των επισκεπτών του Νεκρομαντείου. Είναι το ποτάμι της Παραμυθιάς, ο Σελλήεντας των αρχαίων και εκβάλει στον Αχέροντα μετά το Νεκρομαντείο. Κατά μία άποψη ταυτίζεται με τον Μαυροπόταμο (Μαύρο ποταμό) (Λάζαρος Συνέσιος, Ελενα Παλάσκα, 1996). (ΣΣ: λάθος).
Η Στύξ (Στυγός), αποτελεί αρχαίο συμβολισμό του παγωμένου νερού, χωρίς συγκεκριμένη γεωγραφική χωροταξία. Kατά μία άποψη είναι το πλατύ μεγάλο και βαθύ βάραθρο «Σταγοί» (σταγός= στέρνα στα Αρβανίτικα) επί του λόφου Ερημίτης βορειοδυτικά του χωριού Μεσοπόταμος Αναφέρεται στην Ομήρου Οδύσσεια λ.57 και Ιλιάδα 41-51. (Σπύρος Μουσελίμης, 1966) . Κατά άλλη άποψη όμως, τα «Υδατα της Στυγός» , ή ο «Καταρράκτης της Στύγας» γκρεμίζεται από μια μικρής παροχής αλλά μόνιμη πηγή που βγαίνει στις νότιες πλαγιές της Νερραϊδορράχης των Αροανείων ορέων (Χελμός) στην περιοχή των Καλαβρύτων της Πελοπονήσου . Εχει ύψος 150 μέτρα περίπου και στη βάση του ανοίγεται μια μικρή σπηλιά η είσοδος του Αδη για τους αρχαίους. (Τ.Αδαμακόπουλος: «Τα βουνιά του Μωριά», σελίδα 107, έκδοση 1988).
Τις πρώτες φωτογραφίες του Αχέροντα στην ιστορία-ασπρόμαυρες- πήρε ο Σπύρος Μελετζής, ο φωτογράφος της αντίστασης, το 1938, σε βατά σημεία του. Γράφει ο ίδιος: «Η καρδιά μου πήγαινα να σπάσει από φόβο. Ημουνα μόνος σ'αυτή την ερημιά και πάλευα με υπερφυσικές δυνάμεις» (Σπύρος Μελετζής, Φωτογραφικό Λεύκωμα, σελ.31, έκδοση Museum moderner Kunst, Vienna Austria, 1992).
Σήμερα, το πληρέστερο φωτογραφικό αρχείο του Αχέροντα ποταμού, από το τροφοδοτικό τμήμα έως τη θάλασσα , σε έγχρωμα Slides διαθέται ο Χαράλαμπος Γκούβας. Για τη συλλογή αυτή 300 Slides , χρειάσθηκαν 8 χρόνια και τουλάχιστον 10 εξορμήσεις στο ποτάμι με διαφορετικό εξοπλισμό κάθε φορά (Rafting, Kayak, αναρρίχηση, πεζοπορία, κολύμβηση). Για τις «Πύλες του Αδη», χρησιμοποιήθηκε η αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή Canon Prima AS1, ενώ για τά υπόλοιπα τμήματα Camera Minolta XD7 με ευρυγώνιο φακό 28mm και Zoom τηλεφακό 28/210mm. - Το 1997 εκτυπώθηκε για πρώτη φορά Poster με τη χαράδρα του Αχέροντα σε 3000 αντίτυπα, που περιλαμβάνει και τις «Πύλες του Αδη» (Στενά του Αχέροντα). Τέλος, την πρώτη βιντεοσκόπηση των στενών του Αχέροντα, στο Δ Τμήμα, έκανε ο Θωμάς Τσεκούρας, φωτογράφος και σκηνοθέτης τον Ιούλιο 1993. Τα στενά του Αχέροντα στο Γ Τμήμα δεν έχουν βιντεοσκοπηθεί μέχρι το 1997, λόγω έλλειψης αδιάβροχης βιντεοκάμερας.
Οι πληροφορίες για τον Αχέροντα ποταμό στις εγκυκοπαίδειες και τα διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα, είναι ενίοτε ελλιπείς, άλλοτε λανθασμένες και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες. Ιδού μερικά παραδείγματα:
Στην Ελληνική εγκυκλοπαίδεια «ΔΟΜΗ», έκδοση 1996, τόμος 5, σελίδα 139, γράφει: «Αχέρων: Ποταμός της Ηπείρου (Μαυροπόταμος ή Φαναριώτικος), ο οποίος περιβάλλεται από πλούσια μυθική παράδοση σχετική με τους νεκρούς και τον Αδη. Πηγάζει από τα όρη του Σουλίου (ΣΣ: λάθος. Μόνον ο Πυριφλεγέθων, πηγάζει από τά όρη Σουλίου. Αποκαλείται - κακώς - και ρέμμα του Ντάλλα, ή Σουλιώτικο ρέμα) κι εκβάλλει στο Ιόνιο, στον κόλπο του Γλυκέα κοντά στο χωριό Σπλάντζα (ΣΣ: λάθος. Εκβάλει ακριβώς μέσα στό χωριό Αμμουδιά, τέως Σπλάντζα). Επειδή ο Αχέρων πάφλαζε σε απόκρημνες χαράδρες και σκιερά φαράγγια και ύστερα χανόταν (ΣΣ: λάθος. ΔΕΝ υπάρχει τμήμα πού να ρέει υπογείως), για να προβάλλει πάλι σε μια ελώδη περιοχή γεμάτη καλαμιές, η όψη του ερημικού τοπίου έδωσε στη φαντασία των αρχαίων τη ζοφερή εικόνα ενός ποταμού που οδηγεί στον Αδη και αποτελεί το όριο μεταξύ του επάνω και του κάτω κόσμου (ΣΣ: λάθος. Η όλη μυθολογία πλάσθηκε από τις αρμοδιότητες του Νεκρομαντείου, και από τη Χαράδρα του Αχέροντα πού δεν ήταν προσπελάσιμη). Πίστευαν ότι τα νερά του, όπως και του παραπόταμου Κωκκυτού (Βουβός), που αποχετεύει τα νερά από την πεδιάδα της Παραμυθιάς (ΣΣ: λάθος, Κωκκυτός και Βουβός, δεν ταυτίζονται), ήταν δηλητηριασμένα και πικρά από ένα δράκοντα πού ζούσε στο σπήλαιο της πηγής του. Μετά το φόνο του δράκοντα, το νερό έγινε πάλι γλυκό. Υπάρχει και σχετική χριστιανική παράδοση που αποδίδει την εξόντωση του δράκοντα στον Αγιο Δωνάτο (Αϊδωνάτος). Στις εκβολές του Αχέροντα υπάρχει η λίμνη Αχερουσία η οποία έχει αποξηρανθςί με τεχνητά μέσα. Στην Αχερουσία, οι αρχαίοι τοποθετούσαν τις πύλες του Αδη (ΣΣ: αβέβαιον, έως λάθος. Μιά εκδοχή είναι οι Πύλες του Αδη να ήταν στά υπόγεια του Νεκρομαντείου, όπου με απάτη οι ιερείς ξεγεούσαν τους επισκέπτες, ή κατά δεύτερη εκδοχή - Χ.Γκούβα- να ήταν στά στενά της χαράδρας μεταξύ Βουβοπόταμου και Τρίκαστρου) .Κατά τις θρησκευτικές δοξασίες των αρχαίων Ελλήνων, ο Αχέρων ήταν γιός της Γής. Επειδή όμως κατά τη Γιγαντομαχία ο Αχέρων έδωσε νερό στους Γίγαντες για να ξεδιψάσουν, καταδικάστηκε από το Δία να μένει αιώνια κάτω από τη γή. Το ποτάμι αυτό, με τις άφθονες καλαμιές στις όχθες του (έτσι απεικονίζεται σε πολλές λευκές αττικές ληκύθους), έπρεπε να διαβούν οι ψυχές των νεκρών για να φτάσουν στο βασίλειο του Αδη. Η διάβαση από τη μία όχθη στην άλλη γίνονταν με το πορθμείο του «Χάροντα» που έπειρνε σαν αμοιβή έναν οβολό από κάθε νεκρό. Ο Ομηρος δίνει για πρώτη φορά στην Οδύσσεια (κ.513) μια περιγραφή του κάτω κόσμου και εκεί αναφέρεται ο Α. μαζί με τους ποταμούς Πυριφλεγέθοντα και Κωκυτό. Σε ανασκαφές που άρχισαν το 1958, μετά από επίμονες προτάσεις ενός αυτοδίδακτου ερασιτέχνη αρχαιολόγου, του Κώστα Μουσελίμου, δάσκαλου στό επάγγελμα, κοντά στη συμβολή του Κωκυτού με τον Αχέροντα, πάνω σε ένα λόφο όπου υπάρχει η μονή του Αγίου Ιωάννου, ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο ελληνικό Νεκρομαντείο». (ΣΣ: Από τη χρήση του ονόματος Σπλάντζα, χωριό πού λέγεται πλέον Αμμουδιά, φαίνεται ότι το άρθρο αυτό της Δομής, έκδοση 1996, γράφηκε πρίν από τριάντα χρόνια και απλώς η «Δομή» είναι απλώς επανεκτύπωση με ορισμένες νέες προσθήκες απλώς για τα μάτια των αγοραστών).
Στην Eλληνική εγκυκλοπαίδεια CD ROM «ΧΘΩΝ 2002», έκδοση 1997, γράφονται για τον Αχέροντα τα εξής: Αχέροντας (Ε.Γ.+Μυθολ.) Ποταμός της Ηπείρου, γνωστός και ως Μαυροπόταμος ή Φαναριώτικος. Πηγάζει από τα όρη του Σουλίου, διαρρέει τη θεσπρωτική πεδιάδα Φανάρι, όπου στην αρχαία εποχή ήταν η Αχερουσία λίμνη, και χύνεται στο Ιόνιο πέλαγος, κοντά στην Πάργα. Η κοίτη του περνά μέσα από απόκρημνες και άγριες χαράδρες και ίσως αυτός είναι ο λόγος που οι αρχαίοι νόμιζαν ότι οι ψυχές των νεκρών έπρεπε να διαβούν αυτό το ποτάμι για να φτάσουν στον Αδη. Η διάβαση του ποταμού γινόταν με τη βάρκα του Χάροντα, στον οποίο κάθε νεκρός πλήρωνε έναν οβολό. Στην αρχαιότητα πρώτος αναφέρει τον Αχέροντα ο Ομηρος σε μια περιγραφή του Κάτω Κόσμου, στην " Οδύσσεια". Εκεί τον αναφέρει μαζί με τους παραποτάμους του Κωκυτό και Περιφλεγέθοντα. Ο Αχέροντας, γιος της Γης, τιμωρήθηκε από το Δία να κυλά κάτω από τη Γη, γιατί κατά τη γιγαντομαχία έδωσε στους Γίγαντες νερό να ξεδιψάσουν. Με τον Αχέροντα συνδέεται και χριστιανική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Αϊ - Δονάτος (ο Αϊδωνάτος των αρχαίων) σκότωσε το δράκο που μόλυνε το νερό του ποταμού και το έκανε θανατηφόρο. (Εγκυκλοπαίδεια CD ROM «2002», έκδοση εταιρείας ΧΘΩΝ, Θεσσαλονίκη, 1998).
Αντίθετα, στην Αμερικανική εγκυκλοπαίδεια CD ROM «Encarta 1997» της Microsoft Inc. γράφει για τον Αχέροντα, ακριβώς τα εξής: «Acheron, in Greek mythology, river in Hades. It was also the name of a river in southern Epirus, Greece, which flowed underground for part of its 58-km (36-mi) course to the Ionian Sea». Μετάφραση: «Αχέρων, στην Ελληνική Μυθολογία, ποταμός στον Αδη. Ηταν επίσης και το όνομα ενός ποταμού στη Νότια Ηπειρο, στην Ελλάδα, ο οποίος έρεε υπογείως για ένα τμήμα από συνολικά του 58Km μήκους (36 μίλια), εκβάλλοντας στο Ιόνιο πέλαγος». Αυτό όμως είναι λάθος (η υπόγεια ροή), και η ετειρεία Microsoft ενημερώθηκε ήδη να διορθώσει το λάθος της.
Τροφοδοτικά, ο Αχέρων δέχεται τά νερά του Πυριφλεγέθοντα, του Κωκκυτού, και του Βωβού ποταμού. Η λίμνη Αχερουσία αποστραγγίσθηκε μεταπολεμικά και ένα περίπλοκο δίκτυο αρδευτικών καναλίων διασχίζει τον κάμπο του Μεσοπόταμου και της Αμμουδιάς, κάνοντας δύσκολη μια αντικειμενική γεωγραφική περιγραφή του ποταμού. Δυστυχώς, η γεωγραφική αλήθεια είναι δύσκολο να δεθεί με τη μυθολογική περιγραφή, όπως θα παρατηρήσει κανείς στη συνέχεια του κειμένου αυτού.
Ο Πυριφλεγέθων (= Πυριφλογάτος, ποταμός φωτιά, πύρινος ποταμός), μυθολογικά αντιστοιχεί στο λεγόμενο «Σουλιώτικο Ρέμα» (γκραβούρα του Laurembergio 1653, Χαρ.Γκούβας 1994). Kατά μία άποψη «ο Πυριφλεγέθοντας (= θρακαναμμένος) είναι το ποτάμι του Καναλακίου, ο σημερινός Κάκαβας του οποίου τα νερά έπεφταν στον Αχέροντα και από εκεί στην Αχερουσία λίμνη. Το όνομα αποδίδεται σε φωτιές - σπινθήρες πού αναφέρονται μέσα στο ποτάμι. Οι φωτιές αυτές αποδίδονται σε πιθανές φωσφορούχες ουσίες πού έκαναν τά ξύλα δένδρων να σπινθηρίζουν» (Σπύρος Μουσελίμης, 1966). Κατά δεύτερη άποψη, προφανώς το όνομα αποδίδεται στην πίστη των Αρχαίων ότι ο Πυριφλεγέθων λόγω του κρότου στη συμβολή- προέρχεται από το «πύρ» των εγκάτων της γής. Kατά άλλη άποψη η οποία αναγράφεται στο επίσημο τουριστικό οδηγό της Νομαρχίας Πρέβεζας, Ο Πυριφλεγέθων ποταμός ταυτίζεται με τον Βουβοπόταμο (Βωβός Ποταμός) (Ελενα Παλάσκα, Λάζαρος Συνέσιος, Πρέβεζα, 1996) (ΣΣ: λάθος).
Ο Κωκυτός (= Θρήνος, ποταμός του Πένθους), ονομάσθηκε έτσι από τους θρήνους και τά μοιρολόγια των επισκεπτών του Νεκρομαντείου. Είναι το ποτάμι της Παραμυθιάς, ο Σελλήεντας των αρχαίων και εκβάλει στον Αχέροντα μετά το Νεκρομαντείο. Κατά μία άποψη ταυτίζεται με τον Μαυροπόταμο (Μαύρο ποταμό) (Λάζαρος Συνέσιος, Ελενα Παλάσκα, 1996). (ΣΣ: λάθος).
Η Στύξ (Στυγός), αποτελεί αρχαίο συμβολισμό του παγωμένου νερού, χωρίς συγκεκριμένη γεωγραφική χωροταξία. Kατά μία άποψη είναι το πλατύ μεγάλο και βαθύ βάραθρο «Σταγοί» (σταγός= στέρνα στα Αρβανίτικα) επί του λόφου Ερημίτης βορειοδυτικά του χωριού Μεσοπόταμος Αναφέρεται στην Ομήρου Οδύσσεια λ.57 και Ιλιάδα 41-51. (Σπύρος Μουσελίμης, 1966) . Κατά άλλη άποψη όμως, τα «Υδατα της Στυγός» , ή ο «Καταρράκτης της Στύγας» γκρεμίζεται από μια μικρής παροχής αλλά μόνιμη πηγή που βγαίνει στις νότιες πλαγιές της Νερραϊδορράχης των Αροανείων ορέων (Χελμός) στην περιοχή των Καλαβρύτων της Πελοπονήσου . Εχει ύψος 150 μέτρα περίπου και στη βάση του ανοίγεται μια μικρή σπηλιά η είσοδος του Αδη για τους αρχαίους. (Τ.Αδαμακόπουλος: «Τα βουνιά του Μωριά», σελίδα 107, έκδοση 1988).
Τις πρώτες φωτογραφίες του Αχέροντα στην ιστορία-ασπρόμαυρες- πήρε ο Σπύρος Μελετζής, ο φωτογράφος της αντίστασης, το 1938, σε βατά σημεία του. Γράφει ο ίδιος: «Η καρδιά μου πήγαινα να σπάσει από φόβο. Ημουνα μόνος σ'αυτή την ερημιά και πάλευα με υπερφυσικές δυνάμεις» (Σπύρος Μελετζής, Φωτογραφικό Λεύκωμα, σελ.31, έκδοση Museum moderner Kunst, Vienna Austria, 1992).
Σήμερα, το πληρέστερο φωτογραφικό αρχείο του Αχέροντα ποταμού, από το τροφοδοτικό τμήμα έως τη θάλασσα , σε έγχρωμα Slides διαθέται ο Χαράλαμπος Γκούβας. Για τη συλλογή αυτή 300 Slides , χρειάσθηκαν 8 χρόνια και τουλάχιστον 10 εξορμήσεις στο ποτάμι με διαφορετικό εξοπλισμό κάθε φορά (Rafting, Kayak, αναρρίχηση, πεζοπορία, κολύμβηση). Για τις «Πύλες του Αδη», χρησιμοποιήθηκε η αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή Canon Prima AS1, ενώ για τά υπόλοιπα τμήματα Camera Minolta XD7 με ευρυγώνιο φακό 28mm και Zoom τηλεφακό 28/210mm. - Το 1997 εκτυπώθηκε για πρώτη φορά Poster με τη χαράδρα του Αχέροντα σε 3000 αντίτυπα, που περιλαμβάνει και τις «Πύλες του Αδη» (Στενά του Αχέροντα). Τέλος, την πρώτη βιντεοσκόπηση των στενών του Αχέροντα, στο Δ Τμήμα, έκανε ο Θωμάς Τσεκούρας, φωτογράφος και σκηνοθέτης τον Ιούλιο 1993. Τα στενά του Αχέροντα στο Γ Τμήμα δεν έχουν βιντεοσκοπηθεί μέχρι το 1997, λόγω έλλειψης αδιάβροχης βιντεοκάμερας. Toν Μάιο 2000, οι πληροφορίες του πανόντος κειμένου σχετικά με τον Αχέροντα Ποταμό, τοποθετήθηκαν σε διεύθυνση του δικτύου Internet σε δύο γλώσσες. Ελληνικά και Αγγλικά. Τo site (URL) είναι το http://www.oreivatein.com και επίσης το http://www.oreivatein.gr. Τμήματα
-
Τμήματα του Ποταμού
Το μεγαλύτερο τμήμα του Αχέροντα ανήκει στο Νομό Πρέβεζας. Οι παραπόταμοί του εκπορεύονται από τους Νομούς Θεσπρωτίας και Ιωαννίνων. Σε μια μεγάλη διαδρομή αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ του Ν.Πρέβεζας - Ν.Θεσπρωτίας και Ν.Πρέβεζας - Ν.Ιωαννίνων. Για πρακτικούς και εκπαιδευτικούς λόγους ο Αχέρων ποταμός διαιρείται γεωγραφικά και τουριστικά σε 6 τμήματα (Χ.Γκούβας, 1994). Τα τμήματα αυτά είναι τα εξής:
Πρώτο (1ο) τμήμα του Αχέρονα ( «Τροφοδοτικό Τμήμα»)
Πρόκειται γιά το ορεινό κομμάτι του ποταμού, αποτελούμενο από δύο παραπόταμους-χειμάρους, με λιγοστό νερό το καλοκαίρι αλλά άφθονο το χειμώνα. Ο ένας ξεκινά από τα Ορη Σουλίου (χωριά Καταμάχη, Ζωτικό, Μπεστιά, Σιστρούνι, κλπ), ο άλλος δε από τη βάση του Ορους Τόμαρος (χωριά Λίπα, Αχλαδέα, Βαρυάδες, κλπ). Οι δυό παραπόταμοι ενώνονται στο χωριό Πολυστάφυλο (300 κάτοικοι) και δημιουργούν τον κύριο κορμό του Αχέροντα , με την ονομασία «Αρχικό Τμήμα». Το μήκος των δύο παραποτάμων δεν είναι ακριβώς γνωστό αλλά υπολογίζεται στα 7-10 Km..
Δεύτερο (2ο) τμήμα του Αχέροντα («Αρχικό Τμήμα»)
Πρόκειται γιά το βασικό ορεινό τμήμα του Αχέροντα που ρέει μέσα σε μιά κοιλάδα με την ονομασία «Λάκκα Σούλι», με όρια από το χωριό Πολυστάφυλο Πρέβεζας έως τη γέφυρα του χωριού Σερζιανά στά σύνορα Ν.Πρέβεζας και Ιωαννίνων. Η κοιλάδα «Λάκκα Σούλι» περιλαμβάνεται μεταξύ των ορεινών συγκροτημάτων «Ορη Σουλίου» και «Θεσπρωτικά Ορη». Το κομμάτι αυτό του Αχέροντα είναι αρκετά όμορφο και προσφέρεται γιά ακίνδυνη όμορφη δροσερή πεζοπορία. Εχει δέ κάποιο ιστορικό ενδιαφέρον, διότι ενώ όλοι πιστεύουμε ότι η λίμνη Αχερουσία ήταν στην περιοχή της σημερινής πεδιάδας του Νεκρομαντείου, μεταξύ του χωριού Καστρί και του χωριού Μεσοπόταμος, ανακαλύφθηκε λιθογραφία του Βενετού I.Laurenbergio του 1654 (Ιδιωτική συλλογή Νίκου Καράμπελα Πρέβεζα), όπου στη θέση της περιοχής Πολυστάφυλου εικονίζεται έκτοπη η Αχερουσία λίμνη! (Acherufapabus Lalina). Δύο εξηγήσεις υπάρχουν γι'αυτό. Είτε ο περιηγητής είναι λανθασμένος από κακή ενημέρωση, είτε ισχύει η πιθανή θεωρία των Χαρ. Γκούβα και Ευάγ. Μπακόλα, ότι κάποιος σεισμός ή χείμαρος έφραξε ένα από τα πολλά στενά («Πύλες του Αδη»), με αποτέλεσμα σύντονα να δημιουργηθεί λίμνη στά ορεινά και να εξαφανισθεί προσωρινά η πεδινή. Αυτό πιθανόν να έγινε τα μεσαιωνικά χρόνια. Αργότερα, επήλθε εκπωμάτωση (ξεβούλωμα) των στενών της Χαράδρας και έγινε απορροή υδάτων με αλλαγή στό σημερινό υδατικό Status. Το μήκος του «Αρχικού Τμήματος» του Αχέροντα είναι μεταξύ 12-15 Km.
Τρίτο (3ο) τμήμα του Αχέροντα («Μυθολογικό Τμήμα»)
Είναι τό πλέον ενδιαφέρον, επιβλητικό αλλά και επικίνδυνο τμήμα του Αχέροντα ποταμού. Αρχίζει από τή γέφυρα των Σερζιανών Ιωαννίνων και καταλήγει στους καταρράκτες στη γέφυρα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» όπου αφ'ενός μέν χύνεται ο Ομηρικός ποταμός «Πυριφλεγέθων» και αφ'ετέρου υπάρχει γραφικό μονοπάτι μέσα στά δέντρα πού σε οδηγεί στό Σούλι (Σαμονίδα μέσα σε 3-4 ώρες). Δυστυχώς οι στρατιωτικοί χάρτες ονομάζουν τον παραπόταμο αυτό «Σουλιώτικο ρέμα» και είναι δυστυχώς ντροπή καθόσον πέραν του Ομήρου, ακόμα και στή λιθογραφία του I.Laurenbergio (1654) περιγράφεται ακριβώς ως Pyriphlegetone Au. Στό τμήμα αυτό του ποταμού υπάρχει αναλλαγή μορφολογίας με σημεία πού είναι γιά βάδιση και άλλα πού έχουν βάθος πάνω από 3 m. Ως εκ τούτου απαιτείται ειδικός εξοπλισμός διάσχισης (ισοθερμική στολή και σωσίβιο γιλέκο). Οι τολμηροί θα ανταμοιφθούν απολαμβάνοντας το μεγαλείο των «Πυλών του Αδη» (Πύλες Γ' και Πύλες Β') που είναι κάθετες πλάκες βράχων, ύψους τουλάχιστον 100-200 μέτρων και πλωτού πλάτους μόλις 2 μέτρων. Τα στενά αυτά πού οι αρχαίοι φοβούνταν ή αδυνατούσαν να περάσουν, προκαλούσαν πραγματικό δέος και τρόμο πιθανά λόγω πνιγμών συνανθρώπων τους. Ετσι εξηγείται κατά μια άποψη η ονομασία τους «Πύλες του Αδη». Κατά άλλη άποψη «Πύλες του Αδη» είναι πύλες του ιερού του Νεκρομαντείου, περιγραφόμενες στο σχετικό κεφάλαιο. Το συνολικό μήκος του « Μυθολογικού Τμήματος» είναι περίπου 9-10 Km και απαιτούνται 7-8 ώρες για τη διάσχισή του το καλοκαίρι.
Τέταρτο (4ο) τμήμα του Αχέροντα ποταμού («Ιστορικό Τμήμα»)
Αρχίζει στό τή στροφή του ποταμού στήν πέτρινη γέφυρα της «Σκάλας Τζαβέλαινας» και περνώντας από τις περίφημες «Πηγές του Αχέροντα» 2 Km πρίν τη Γλυκή, τελειώνει στη μεταλλική γέφυρα Belley της Γλυκής Θεσπρωτίας (καφενεία). Είναι τό πιό γνωστό ίσως τμήμα του Αχέροντα και μάλιστα τα πρώτα 1-2 χιλιόμετρά του τα έχουν βαδίσει χιλιάδες τουρίστες Ελληνες αλλά και Γερμανοί κυρίως. Εχει τουριστικό ενδιαφέρον, τόσο γιατί περιέχει τις «Πύλες του Αδη Α'», οι οποίες είναι μέν φαντασμαγορικές αλλά διαφέρουν από τίς Β και Γ ως πρός τη διάμετρο του εύρους και ως πρός την αρχιτεκτονική διαμόρφωσης. Το συνολικό μήκος του τέταρτου τμήματος είναι περίπου 6 Km. Τα πρώτα δύο χιλιόμετρα μετά τις «Πηγές του Αχέροντα» (καφενείο-ψησταριά «Τζάκος Νικόλαος») είναι βατά και προσφέρονται γιά βάδισμα αναψυχής. Οι «Πηγές του Αχέροντα» ανήκουν εκατέρωθεν στην κοινότητα Βουβοπόταμου Πρέβεζας, σύμφωνα με χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού (ΓΥΣ) και με έγγραφο της κοινότητας. Στη συνέχεια απαιτείται εναλλαγή βάδισης κολύμβησης και τό μέγιστο βάθος υδάτων φτάνει τά 2.5m. Εάν επιλεγεί πορεία ανοδικά προς τό ρεύμα είναι δυνατή η επιστροφή από τό μονοπάτι πού οδηγεί στή «σήραγγα» της «Σκάλας Τζαβέλαινας» (σήραγγα του 1960 αποτυχημένης προσπάθειας διάνοιξης δρόμου πρός τό Σούλι). H «Σκάλα Τζαβέλαινας» είναι κλιμακωτό μονοπάτι, απόκρημνο σε μερικά σημεία με το οποίο από τη σήραγγα του 1960 κατεβαίνουμε στο ποτάμι και από εκεί με παλιό γεφύρι περνάμε απέναντι προς το «μύλο του Ντάλλα» και από εκεί με μονοπάτι 3 ωρών οδηγούμαστε στη Σαμονίδα (Σούλι). Από τη διαδρομή αυτή απολαμβάνει κανείς πανοραμικά μεγάλο τμήμα του Αχέροντα αλλά και τά δύο βουνά πού σχηματίζουν τη χαράδρα, «Πύργος-Μπενούκα», «Λαγού Ποδάρι-Τσούκα» και όπως και τό «Κάστρο της Κιάφας» απέναντι από το Σούλι. Στις «Πηγές του Αχέροντα» αλλά και στη Γλυκή μπορούμε να σταματήσουμε γιά αναψυκτικό ή και φαγητό σερβιρισμένο μάλιστα μέσα στο ποτάμι! Το τμήμα αυτό του Αχέροντα το καλοκαίρι προσφέρεται για καγιάκ για αρχάριους. Οχι όμως για ράφτιγκ επειδή δεν επαρκούν τά νερά.
Πέμπτο (5ο) Τμήμα του Αχέροντα Ποταμού («Αρδευτικό Τμήμα»)
Πρόκειται γιά το μεγαλύτερο τμήμα του ποταμού μήκους περίπου 12-14 Km. Αρχίζει από τή Γλυκή Θεσπρωτίας και τελειώνει στην Γέφυρα Μεσοπόταμου Πρέβεζας στην Εθνική Οδό Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας. Στό τέλος αυτού του Τμήματος ο Αχέρων δέχεται τά ήρεμα νερά δύο παραποτάμων του , του Κωκυτού (λίγο μετά το Νεκρομαντείο) και του Βωβού στη συνέχεια (εξ ού και η κοινότητα Βουβοπόταμος). Στην περιοχή αυτή έχουν γίνει πολλά αποστραγγιστικά αρδευτικά έργα και η γεωγραφία του ποταμού είναι περίπλοκη. Χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε χρόνο ο Αχέρων πλημμυρίζει και η περιοχή της γέφυρας στο Καστρί αποκλείεται γιά 1-2 μέρες. Ο ταξιδιώτης εδώ έχει να επισκεφθεί τό διάσημο πλέον Νεκρομαντείο της Εφύρας, άρρηκτα συνδεδεμένο με τόν Ποταμό Αχέροντα, και με τις «Πύλες του Αδη». Το «Αρδευτικό Τμήμα» ήταν μέχρι πρό 20 ετών πλήρως πλωτό, μάλιστα υπάρχουν στο Καστρί και μεταλλικοί κρίκοι προσδέσεως των πλοιαρίων, αλλά λόγω της ανεξέλεγκτης βλάστησης όχι μόνο δεν είναι πλωτό πλέον αλλά δεν προσφέρεται ούτε για καγιάκ ούτε για ράφτιγκ.
Έκτο (6ο) τμήμα του Αχέροντα Ποταμού («Τουριστικό Τμήμα»)
Πρόκειται γιά το τελευταίο τμήμα του ποταμού, πλωτό στό μεγαλύτερο τμήμα του-αν εξαιρέσουμε αρκετά κλαδιά δένδρων πού το φράσσουν κατά περιόδους - σε μιά φαντασμαγορική διαδρομή ανάμεσα από δένδρα με αηδονοφωλιές (Δάσος της Περσεφόνης). Αρχίζει από τή γέφυρα Μεσοπόταμου στην Εθνική οδό Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας και τελειώνει στις εκβολές του ποταμού στο γραφικό παραποτάμιο χωριό Αμμουδιά του Ιονίου Πελάγους. Εχει μήκος περίπου 4 Km. Το τμήμα αυτό είναι πλωτό τουλάχιστον στα τελικά 3 Km τόσο με μηχανοκίνητες βάρκες και μικρά καίκια, όσο και με Canoe Kayak ή φουσκωτές βάρκες Rafting με πορεία πρός τη ροή των υδάτων. Επίσης μιά υπέροχη παραποτάμια πεζοπορική διαδρομή 4 km πάνω σε καταπράσινη χλόη, θα ενθουσιάσει τους ορειβάτες και πεζοπόρους. Παλιά , κάθε χρόνο οι εκβολές του Αχέροντα πλημμύριζαν και μάλιστα μικρές βάρκες έβγαιναν στο δρόμο «παρκάροντας» μπροστά στά παραποτάμια καφενεία της κοινότητας Αμμουδιάς. Τελευταία φορά αυτό έγινε το 1992 και το φαινόμενο φωτογραφήθηκε από τον Χαρ.Γκούβα. Μετά από έργο καθαρισμού της κοίτης το πρόβλημα φαίνεται να λύθηκε. Η θαλάσσια παραλία της Αμμουδιάς βαθμολογείται τουλάχιστον με 9 και βαθαίνει αργά προσφερόμενη έτσι ειδικά για παιδιά. Δυστυχώς η τουριστική κίνηση της Αμμουδιάς πού βρισκόταν σε ανοδική πορεία μέχρι τό 1992 υπέστη σοβαρό πλήγμα από τόν πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας γιατί ανέκοψε δραστικά το οδικό ρεύμα Γερμανών τουριστών.
Η κοινότητα Αμμουδιάς (αρχαίο «Βουχέτιον», και Οθωμανικά «Σπλάντζα») είναι όμορφο παραλιακό χωριό του Ιονίου, χτισμένο ακριβώς στίς εκβολές του ποταμού Αχέροντα. Διαθέτει ενοικιαζόμενα δωμάτια και άφθονο ψάρι. Ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει τό πλωτό τμήμα του ποταμού Αχέροντα,περί τά 3Km με βάρκα, και να φωτογραφίσει τίς κρεμασμένες στά δένδρα αηδονοφωλιές. Η περιοχή της Αμμουδιάς έχει Βιντεοσκοπηθεί και προβληθεί ως ντοκυμαντέρ από τήν ΕΤ2 το 1989-1990. Επίσης το 1995 γυρίσθηκε στήν περιοχή της η ταινία «Αδης» πού προβλήθηκε τό 1996 στό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και το 1997 άρχισε μια ενδιαφέρουσα διεθνή καρριέρα προβολών. Στις όμορφες παραποτάμιες ψαροταβέρνες της Αμμουδιάς («Ρωξάννη» του Θανάση και Ρωξάννης Μπάμπου, «Ευάγγελος Μήτρου», κλπ) μπορείτε να απολαύσετε ψάρι φρέσκο και αστακούς. Επίσης μπορείτε να περπατήσετε 3-4 χιλιόμετρα παραποταμίως ανοδικά, πάνω σε γρασίδι. Διασχίσεις
-
Διασχίσεις και εξερευνήσεις του Αχέροντα Ποταμού
Ιούλιος 1938: Ο φωτογράφος Σπύρος Μελετζής προσπαθεί με «φόβο και τρόμο» - όπως γράφει ο ίδιος- να διασχίσει ένα τμήμα του Αχέροντα, και βγάζει τις πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, οι οποίες διά των Αθηναϊκών εφημερίδων κάνουν το γύρο του κόσμου.
10-11 Ιουλίου 1993: Ομάδα 9 μελών του Ορειβατικού Συλλόγου Πρέβεζας , με αρχηγό το Χαράλαμπο Γκούβα, πραγματοποιεί ανάστροφη διάσχιση (αντίθετα προς το ρεύμα) του Αχέροντα από τη Γλυκή Θεσπρωτίας μέχρι τους καταρράκτες της Σκάλας Τζαβέλαινας. Η διάσχιση περιλάμβανε και αναγκαστική αναρρίχηση για να ...μη βραχούν τα σακκίδια. Δεν υπήρχε εξοπλισμός πλεύσης. Από εκεί με πεζοπορία 4 ωρών η ομάδα έφτασε στη Σαμονίδα (Σούλι) όπου και διανυκτέρευσε σε αντίσκηνα. Επέστρεψε από το δρόμο Σούλι- Σκάλα Τζαβέλαινας- Σήραγγα- Γλυκή.
24 Iουλίου 1994: Με μεγάλη επιτυχία,ομάδα 13 Μελών του ΕΟΣ Πρέβεζας, με αρχηγό τον Χαράλαμπο Γκούβα, πραγματοποιεί την Κυριακή 24 Ιουλίου 1994, γιά πρώτη φορά στήν ιστορία, πλήρη ένυδρη διάσχιση της Χαράδρας τού Αχέροντα ποταμού, με τή βοήθεια μιάς φουσκωτής λέμβου κατασκευής USSR (Rafting) και σωσίβιων γιλέκων. Η εκκίνηση έγινε από τη γέφυρα τού Αχέροντα του χωριού Σερζιανά Ιωαννίνων και ο τερματισμός στή Γλυκή Θεσπρωτίας.Υπήρξε μία παραποτάμια διανυκτέρευση σε αντίσκηνα. Η πανίδα τού ποταμού αποτελείται από άφθονα μικρά ψάρια, βατράχια, πεταλούδες και ελάχιστα ακίνδυνα νερόφιδα. Η όλη εξόρμηση είχε αρκετές δυσκολίες, πρώτον λόγω τού μεγάλου μήκους (15-20 χιλιόμετρα ποταμού,εκ τών οποίων τά 2 Km υποχρεωτική κολύμβηση, και δεύτερον λόγω της συχνής εναλλαγής πλωτής και ξηρής λασπώδους διαδρομής. Αυτό έχει σάν αποτέλεσμα τή διαρκή και πολύωρη κοπιαστική εναλλαγή κολύμβησης και βάδισης με μεταφορά λεμβών στά χέρια. O χρόνος πλήρους διάσχισης με τόν εξοπλισμό ήταν 10 ώρες! Υπήρξαν σημεία πού οι βάρκα δεν χωρούσε να περάσει και την περάσαμε κάθετα με τά χέρια. Σημειώνεται ότι τουλάχιστον σε 10 σημεία,το ποτάμι διέρχεται ανάμεσα από κάθετες πλάκες βράχων,ύψους τουλάχιστον 100 μέτρων και πλωτού πλάτους μόλις 2 μέτρων. Τα στενά αυτά πού οι αρχαίοι φοβούνταν ή αδυνατούσαν να περάσουν,προκαλούν πραγματικό δέος. Ετσι εξηγείται η ονομασία τους "Πύλες του Αδη". Φωτογραφήθηκαν σε Slides, όσο ήταν εφικτό από τον Χαρ.Γκούβα και τον Θωμά Τσεκούρα. Η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» αφιέρωσε γι'αυτό τό θέμα μία σελίδα της στις 10 Αυγούστου 1994. Επίσης το ορειβατικό περιοδικό «Κορφές» αφιέρωσε 1 σελίδα γιά αυτή τη διάσχιση του Αχέροντα από τον ΕΟΣ Πρέβεζας.
1995: Τό 1995 η σχολή καγιάκ «Paddler» των αδελφών Κυρίτση από την Κόνιτσα διέσχισε μήνα Απρίλιο(;) με καγιάκ, όλη (;) τη Χαράδρα του Αχέροντα και δημοσίευσε δύο φωτογραφίες στο περιοδικό «Κορφές» τεύχος Απριλίου 1995.
27-28 Ιουλίου 1996: Ακριβώς η ίδια διάσχιση με το 1994, έγινε τό καλοκαίρι του 1996 από ομάδα 8 Μελών του ΕΟΣ Πρέβεζας με αρχηγό τόν Χαράλαμπο Γκούβα.
11 Μαίου 1997: Για πρώτη φορά στην ιστορία ο Χαράλαμπος Γκούβας και ο Χαράλαμπος Μπατσούλης 16 ετών, διασχίζουν με σουηδικό Canoe Inkas το 6ο τμήμα του Αχέροντα ποταμού, δηλαδή από Εθνική Οδό (Μεσοπόταμος) μέχρι Αμμουδιά (εκβολές) υπό αντίξοες συνθήκες (δένδρα, κολύμβηση, κλπ). Διάρκεια διάσχισης 1,5 ώρα.
Ιούνιος 1997: Γίνονται χωρίς κανένα πρόβλημα άλλες δύο διασχίσεις του Αχένοντα με Canoe Inkas, με χρόνο 70 λεπτά της ώρας, από τους Χ.Γκούβα, Κ.Κολιόπουλο, και Αχιλ.Τσουκαλά.
Ιούλιος 1998: συμμετέχει και ο Χρήστος Γκαβανόζης.
1999: Η εταιρεία ανάπτυξης Αμβρακικού ΑΕ, (ΕΤΑΝΑΜ) απορροφώντας ευρωπαϊκά κονδύλια 270.000.000 δρχ κατασκεύασε και παρέδωσε σε χρήση το πλακόστρωτο μονοπάτι της Χαράδρας του Αχέροντα. Αρχιζει από το Τρίκαστρο και Τελειώνει στη Σκάλα Τζαβέλαινας στη Γλυκή Θεσπρωτίας. Ιστορία
-
Μυθολογία & Αρχαιολογία του Αχέροντα Ποταμού
Άδης (Eλληνική Μυθολογία): Ηades: (Greek Mythology)
Hades, in Greek mythology, god of the dead. He was the son of the Titans Cronus and Rhea and the brother of Zeus and Poseidon. When the three brothers divided up the universe after they had deposed their father, Cronus, Hades was awarded the underworld. There, with his queen, Persephone, whom he had abducted from the world above, he ruled the kingdom of the dead. Although he was a grim and pitiless god, unappeased by either prayer or sacrifice, he was not evil. In Roman mythology, he was known also as Pluto, lord of riches, because both crops and precious metals were believed to come from his kingdom below ground. The underworld itself was often called Hades. It was divided into two regions: Erebus, where the dead pass as soon as they die, and Tartarus, the deeper region, where the Titans had been imprisoned. It was a dim and unhappy place, inhabited by vague forms and shadows and guarded by Cerberus, the three-headed, dragon-tailed dog. Sinister rivers separated the underworld from the world above, and the aged boatman Charon ferried the souls of the dead across these waters. Somewhere in the darkness of the underworld Hades' palace was located. It was represented as a many-gated, dark and gloomy place, thronged with guests, and set in the midst of shadowy fields and an apparition-haunted landscape. In later legends the underworld is described as the place where the good are rewarded and the wicked punished. (Απόσπασμα από την Αμερικανική Eγκυκλοπαίδεια CD ROM Microsoft Encarta 1997)
Σημείωση: Το 1977 ο Χαράλαμπος Γκούβας αλληλογράφησε με τον Διευθυντή σύνταξης της Αμερικανικής εγκυκλοπαίδεις CD ROM ENCARTA της Μicrosoft Corporation και παρέχοντας όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, δήλωσε ότι δεν υπάρχει τμήμα του Αχέροντα ποταμού που να ρέει υπόγεια. Σε 6 μήνες ο Διευθυντής σύνταξης απάντησε ότι ερεύνησαν το θέμα και στην επόμενη έκδοση θα διορθωθεί το λαθος.
Ομήρου Οδύσσεια Κ 513-515 (Ηomer: Odyssey):
«Ενθα μέν εις Αχέροντα Πυριφλεγέθων τε ρέουσι Κώκυτος θ', ος δή Στυγός ύδατος έστιν απορρώξ πέτρη τε ξύνεσίς τε δύω ποταμών εριδούπων». Ακριβής μετάφραση: «Εκεί χύνονται στόν Αχέροντα ο Πυριφλεγέθων και ο Κωκυτός, που όπως είναι γνωστό ξεκινάει από τα νερά της Στυγός και υπάρχει βράχος και η συμβολή των δύο πολύκροτων ποταμών γίνεται εκεί» (Γ.Σταματόπουλος, 1994). Ελεύθερη Μετάφραση: «Και σύ στον Αδη πήγαινε τον καταραχνιασμένο, πού μέσα στον Αχέροντα τρέχει ο Πυριφλογάτος, και ο Κωκυτός, απ'τά νερά της Στύγας ξεκομένος , κι οι βροντόλαλοι ποταμοί στον ίδιο βράχο σμίγουν». (μετάφραση: Ζήσιμος Σιδέρης, έκδοση ΟΕΔΒ, 1995)
Ευριπίδη «Αλκηστις»:
«Ας ξέρει ο θεός του κάτω κόσμου κι ο γέροντας νεκροπομπός, που κάνει στης βάρκας του κουμάντο το τιμόνι , και όλους τους νεκρούς ξεπροβοδίζει ,μέσ' από του Αχέροντα τη λίμνη, πως πέρασε στον `Αδη μια γυναίκα , που όμοια της δεν εφάνηκε στον κόσμο» (Ελεύθερη Μετάφραση: Λευτέρης Παπαδόπουλος»)
Ποίηση Σαπφούς (650-590 πΧ):
«Ζητώ να πεθάνω, τις υγρές να δώ με τους λωτούς, του Αχέροντα τις όχθες» Σαπφώ (Τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη)
Σοφοκλής:
«Από χορούς και τραγούδια, δεν ξέρει ο Χάρος»
1350 πΧ: Ιδρυση του Αρχαίου Νεκρομαντείου Εφύρας.
Η Νεκρόπολη και τό Νεκρομαντείο της Εφύρας, είναι οικοδόμημα, με σειρά διαδρόμων και υπόγειους χώρους. Εδώ σύμφωνα με τή μυθολογία ήταν μιά από τίς Πύλες του Αδη. To Νεκρομαντείο Πρέβεζας βρίσκεται στό σημερινό χωριό Μεσοπόταμος κοντά στό Καναλάκι Πρέβεζας, δίπλα στόν Ποταμό Αχέροντα. Το Νεκρομαντείο της αρχαίας Εφύρας ήταν το πιο φημισμένο νεκρομαντείο του αρχαίου ελληνικου κόσμου. Στην αρχαιότητα ο ποταμός Αχέρων σχημάτιζε στην περιοχή αυτή την Αχερουσία λίμνη, η οποία αποξηράνθηκε μεταπολεμικά. Τα πλεονάζαντα νερά της λίμνης, ξεχύνονταν από τις δυτικές όχθες της σχημάτιζαν ξανά τον Αχέροντα που στο σημείο αυτό δεχόταν τα νερά του Κωκυτού και του Μαύρου, που ήταν παραπόταμοί του και χυνόταν στον όρμο της Αμμουδιάς, όπως και σήμερα. Σύμφωνα λοιπόν, με την περιγραφή του Ομήρου στην 10η και 11η ραψωδία της Οδύσσειας, εδώ ήταν η είσοδος στον Κάτω Κόσμο και εδώ λάτρευαν την Περσεφόνη τη χθόνια θεά. Είναι άγνωστες οι πρώτες ρίζες της λατρείας της Περσεφόνης καi του Αδη στον Αχέροντα ποταμό, όπως και η αιτία που την δημιούργησαν.
Οι ανασκαφές έδωσαν διάφορα ευρήματα της δεύτερης ή και της τρίτης χιλιετηρίδας πΧ, που αποδεικνύουν την εγκατάσταση στην περιοχή ενός ντόπιου οικισμού, της Κιχύρου, που οι κάτοικοί της λάτρευαν τη χθόνια θεά Περσεφόνη. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι τα χάσματα γης, οι σπηλιές, τα βαθιά φαράγγια (χαράδρες, Cnyons), ήταν είσοδοι που οδηγούσαν στον Κάτω Κόσμο, στο βασίλειο των νεκρών. Οι ψυχές ήταν όμοιες με σκιές, με «είδωλα καμόντων» (φάσματα νεκρών). Ελευθερωμένες οι ψυχές από το φθαρτό γήινο περίβλημα είχαν υπεράνθρωπες ιδιότητες και μπορούσαν να προϊδούν το μέλλον. Τους έλειπε όμως η συνείδηση γιατί δεν είχαν ούτε αίμα, το στοιχείο της ζωής, ούτε σάρκα και ήταν συχνά εκδικητικές, ιδίως οι ψυχές των νέων και των "βιαιοθανάτων", που έφυγαν πρόωρα και βίαια από τον κόσμο τούτο και στερήθηκαν τη χαρά της ζωης. Η επαφή των θνητών με τους νεκρούς δεν ήταν χωρίς κίνδυνο. Γι' αυτό οι χρηστηριαζόμενοι έπρεπε να προετοιμασθούν σωματικά και ψυχικά, να υποβληθούν δε καθιερωμένη δίαιτα, σε λουτρά και προσευχές και να εξευμενίσουν τις ψυχές των νεκρών με προσφορές (χοές), μέλι , γάλα, νερό και κρασί, και εδίως με αίμα από τα θυσιαζόμενα ζώα. Πίνοντας από τις χοές οι ψυχές αποκτούσαν συνείδηση εξευμενίζονταν και μπορούσαν να αποκαλύψουν το μέλλον. Αλλά και αυτοί που είχαν έρθει σε επαφή με τους νεκρούς μολύνονταν από το μίασμα του θανάτου. Οταν πλησιάζουν τους νεκρούς σιωπούν για να μη χάσουν τη φωνή τους, και φεύγοντας υποβάλλονται σε καθαρμό, όπως η Ακηστις στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη που χρειάζεται τριήμερο «αφαγνισμό» (καθαρμό) για να καθαρθεί από το μόλυσμα του θανάτου και να αποκτήσει συνείδηση.
Στην Οδύσσεια, ο Οδυσσέας καίει θειάφι για να καθαρίσει το παλάτι από το μίασμα του θανάτου, ύστερα από το φόνο των μνηστήρων. Πανάρχαιες λαϊκές διξασίες, που οι ρίζες τους χάνονται στο σκοτάδι της προιστορίας, ειχαν συνδεθεί με την πίστη ότι οι λίμνες και τα ποτάμια, που συχνά εξαφανίζονται μυστηριωδώς από τα έγκατά της, ήταν ο δρόμος που οδηγούσε στον Κάτω Κόσμο και ακολουθούσαν οι ψυχές των νέκρών. Στην πίστη αυτή πρέπει να οφείλονται η συσχέτιση του Αχέροντα και της Αχερουσίας με τους νεκρούς, όπως και η τοποθέτηση της λατρείας και τού μεκρομαντείου σε μια σπηλιά του βράχου, κοντά στη συμβολή του Κωκυτού στον Αχέροντα ποταμό, στις ΒΔ οχθες της Αχερουσίας λίμνης. Η αρχαία παράδοση αναφέρει πολλά τέτοια ιερά και μεκρομαντεία, όπως του Ποσειδώνα στο ακρωτήριο Ταίναρο, στην Κύμη της Ιταλίας, στην Ερμιόνη της Αργολίδας, στην Κορώνεια της Βοιωτίας, στην Ηρακλεια του Πόντου κ.α.
Τα ερείπια του Νεκρομαντείου της Εφύρας, οπως προαναφέρθηκε, βρίσκονται 150μ. νοτιότερα από τη συμβολή των ποταμών Αχέροντα, Κωκυτού και Βουβού. Οι ανασκαφές εδώ στην κορυφή του βράχου που βρισκόταν το παλιό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη των αρχών του 18ου αιώνα, έφεραν στο φως το αρχαίο αυτό φημισμένο Νεκρομαντείο. Για την κατασκευή του χρειάστηκε να ισοπεδωθει ο βράχος σε μεγάλη έκταση με λατόμευση. Ενας πολυγωμικός ορθογώνιος περίβολος, διαστάσεων 62,40 * 46,30μ. με είσοδο στη βόρεια πλευρά, περιβάλλει ένα τετράγωνο κτίριο , το κυρίως ιερό, με πλευρές μήκους 22 μ. Οι εσωτερικοί τοίχοι του, με ωραία πολυγωνική τοιχοδομία έχουν υπερβολικό πάχος (3,30μ.) και σώζονται σε ύψος 3,30μ. Ψηλότερα ήταν χτισμένοι με χοντρά ψημένα τούβλα και ξυλοδεσιές και με χρήση πηλού για συμδετική ύλη.
Το κτίριο αυτό χωρίζεται σε δύο παράλληλους τοίχους σε μια κεντρική αίθουσα διαστάσεων 15 Χ 4,25 μ. και δύο πλάγια κλίτη, που χωρίζονται πάλι με ενδιάμεσους τοίχους σε τρία δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους και με το κεντρικό κλίτος. Κάτω από την κεντρική αίθουσα βρίσκεται μια ισομεγέθης υπόγεια αίθουσα λαξευμένη στο βράχο, πιθανόν στη θέση της αρχικής σπηλιάς με την προιστορική λατρεία. Είναι το σκοτεινό ανάκτορο της Περσεφόνης και του Αδη. 15 πώρινα τόξα φέρουν την οροφή του υπόγειου που αποτελεί και το δάπεδο της κύριας αίθουσας. Το κτίριο αυτό, όπως και οι τρείς συμεχόμενοι διάδρομοι, χρονολογούνται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους (τέλος 4ου, αρχές 3ου π.Χ.).
Αργότερα, στο τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα, προστέθηκε δυτικά του αρχικού ιερού ένα συγκροτημα με μια κεντρική αυλή, γύρω από την οποία υπήρχαν δωμάτια και αποθήκες. Στην αυλή έμπαινε κανένας από τη βόρεια είσοδο. Από εκεί ο επισκέπτης περνούσε στο βόρειο διάδρομο του ιερού που είχε τρεις τοξωτές πύλες. Αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν δύο δωμάτια και ένας λουτρώνας, που χρησίμευαν για την εγκοίμηση των προσκυνητών. Εκεί, στο αδιαπέραστο σκοτάδι, ο προσκυνητής υποβαλλόταν σε ψυχική και σωματική προετοιμασία. Ετρωγε χοιρινό κρέας, κουκιά, κριθαρένιο ψωμί, στρείδια θαλασσινά, δηλαδή τροφές που σχετίζονται με τα νεκρόδειπνα και τους νεκρούς, κι επινε γάλα, μέλι και νερό. Υποβαλλόταν σε πράξεις εξαγνισμου και μαγείας, άκουγε από τον ιερέα-οδηγό θαυμαστές διηγήσεις, προσευχές και επωδούς, ακατάληπτες δεήσεις προς τους υποχθονιους δαίμονες κι έκανε λουτρά στο παρακείμενο δωμάτιο για να καθαρθεί και να μείνει αλώβητος από την επικίνδυνη επαφή του με τα φάσματα των νεκρών. Πριν περάσει στον ανατολικό διάδρομο, έριχνε προς τα δεξιά του σ'ένα λιθοσωρό μια πέτρα αποτρόπαια, για να απομακρύνει την κακή επήρεια, κι έκανε μια συμβολική πράξη καθαρμού πλένοντας τα χέρια του σ' ένα μεγάλο πιθάρι γεμάτο με νερό (λουτήριο) που βρισκόταν αριστερά της τρίτης πύλης. Υστερα έμπαινε στο βόρειο δωμάτιο του ανατολικού διαδρόμου για την τελική προετοιμασία. Αγνωστο πόσο χρόνο παρέμεινε εκεί. Οπωσδήποτε όμως η δίαιτα θα ήταν αυστηρότερη, οι μαγικές πράξεις συχνότερες, η δοκιμασία μεγαλύτερη και η ψυχική κατάσταση περισσότερο ταραγμένη, μέσα στημ απόλυτη μόμωση και στη σιγή, Οταν τέλος έφτανε η κρίσιμη στιγμή της επικοινωνίαςμε τους νεκτούς, έμπαινε ο προσκυνητής μαζί με τον ιερέα-οδηγό στον ανατολικό διάδρομο, έχοντας μαζί του τις προοριζόμενες για τις χοές και τις θυσίες προσφορές. Στο διάδρομο θυσίαζε ένα πρόβατο μέσα σε λάκκους, που βρέθηκαν στις ανασκαφές με λείψανα ανθράκων και καμένα κόκκαλα ζώων, Υστερα περνούσε στο λαβύρινθο, ένα δαιδαλώδη διάδρονο που υπέβαλλε στον επισκέπτη την εντύπωση της περιπλανησής του στους σκοτεινούς δρόμους του Αδη. Ο λαβύρινθος είχε τρεις τοξωτές πύλες σιδηρόφρακτες, όσες και οι πύλες του Αδη, με μεγάλα σιδερένια καρφιά, πολλά από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Από τις πυλες αυτές σώζονται καλά η μεσαία και η τρίτη πύλη που οδηγεί στην κεντρική αίθουσα, Εκεί,στο λαβύρινθο, φαίνεται ότι προσέφερε το κριθάλευτο (τα άλφιτα), γιατί στο δάπεδο βρέθηκαν πλήθος από ευρύστομα αγγεία, κυρίως λεκάνες κατάλλληλες για τις στερεές προσφορές, και μερικά λυχνάρια. Τέλος περνώντας την τελευταία πύλη, ασφαλισμένη με μια σύγχρονη σιδερένια πόρτα που απομιμείται τις αρχαίες πύλες, έφτανε στην κεντρική αίθουσα. Εκεί έριχνε ακόμη ένα αποτρόπαιο λιθάρι, κι έχυνε σστο λίθινο δάπεδο τις χοές για τους θεούς του Κάτω Κόσμου, τον Αϊδωνέα και την Περσεφόνη, που κατοικούσαν στην υπόγεια αίθουσα. Εκεί ήταν το τέλος της πορείας του.
Σ' όλη τούτη τη διαδρομή ο οδηγός ιερέας δεν έπαυε να επικαλείται, σύμφωνα με τον Λουκιανό, τις ψυχές των νεκρών, "τη νυχτερινή Εκάτη και τη φοβερή Περσεφόνη", ανακατώνοντας μερικά βαρβαρικά και χωρίς σημασία ονόματα και λέξεις πολυσύλλαβες. Στην αίθουσα βρισκόταν το τέλος της πορείας, εκεί όπου θα εμφανίζονταν τα είδωλα των νεκρών για να επικοινωνήσουν με τους χρηστηριαζόμενους.
Η σωματική και η ψυχική δοκιμασία κατα την πολυήμερη παραμονή στα σκοτεινά δωμάτια του νεκρομαντείου, η μόνωση, οι μαγικές πράξεις, οι προσευχές και οι επικλήσεις, η περιπλάνηση στους σκοτεινούς διαδρόμους και το λαβύρινθο, η κοινή πίστη στην εμφάνιση των νεκρών δημιουργούσαν στον προσκυνητή την κατάλληλη ψυχική προδιάθεση. Σ' αυτό συνέτεινε πολύ η ειδική δίαιτα στην οποία υποβαλλόταν ο προσκυνητής.
Κατά τη διάρκεια των ανασκαφών βρέθηκαν σωροί από κουκκιά, μια μικρόσπερμη ποικιλία, όμοια μι τα αιγυπριακά φούλια και αρκετά λούπινα (λαθούρια). Τα κουκκιά αυτά έχουν τοξικές ιδιότητες κι όταν τρώγονται προκαλουν αέρια, δυσπεψία, άμβλυνση αισθήσεων που φθάνει μέχρι ζάλης και παραισθήσεων με αλλεργικά σύνδρομα (κυαμίαση). Τις ίδιες ενέργεις προκαλούν και τα λούπινα, οι αρχαίοι θέρμοι, όταν τρώγονται χλωροί (λαθυρισμός).Ετσι, με τη χαλάρωση των αισθήσεων, που που έφτανε συχνά στο βαθμό της ζάλης και της ακαταληψίας, δημιουργούνταν οι αναγκαίες προυποθέσεις για την επικοινωνία με τις ψυχές των νεκρών. Στην ανασκαφή της κεντρικής αίθουσας των ειδώλων, εκτός από πολλά άλλα ευρήματα, βρέθηκαν επίσης μια μάζα από σιδερένιους τροχους κάποιας συσκευής, ένας μεγάλος χάλκινος λέβητας και γύρω σκορπισμένοι χάλκινοι τροχοί τροχαλίας και καστανιέτες. Ανήκουν σ' ένα σύστημα μηχανής (τροχαλίας) που μπορούσε να ανεβάζει και να κατεβάζει ένα σημαντικό βάρος. Τούτο προκύπτει όχι μονάχα από τους δυνατούς τροχούς, αλλά κι από τα ανάσπαστρα, τους τροχούς δηλαδή που σφάλιζαν την τροχαλία από την παλινδρόνηση. Η φύση και η θέση του ευρήματος στο βάθος της αίθουσας,εκεί όπου εφανίζονταν τα είδωλα, μαρτυρούν ότι η μηχανή αυτή προοριζόνταν για την κάθοδο των ειδώλων από την οροφή της αίθουσας με τη βοήθεια του μεγάλου χάλκινου λέβητα. Για το σκοπό αυτό οι εξωτερικοί τοίχοι με το μεγάλο πάχος (3,30μ.) θα έκρυβαν τους μυστικούς διαδρόμους, στους οποίους μπορούσαν να κυκλοφορούν αόρατοι οι ιερείς.
Όπως σημειώσαμε, οι τοίχοι ψηλότερα ήταν χτισμένοι με τούβλα, πολλα από τα οποία βρέθηκαν στις ανασκαφές. Μεταξύ των δύο εξωτερικων επιφανείων κάθε τοίχου σχηματίζονταν μέσα στο πάχος των τοίχων, διάδρομοι πλάτους 1,50 ή 2,40 μ. Από τη θέση αυτή ή από την οροφή με τη βοήθεια της τροχαλίας κατέβαιναν κι ανέβαιναν τα σκηνοθετηνένα είδωλα των νεκρών και συνομιλούσαν με τους χρηστηριαζόμενους. Φεύγοντας ο επισκέπτης φαίνεται ότι δεν ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, για να μην συναντήσει τους άλλους επισκέπτες που διέμεναν στα δωμάτια του βόρειου διαδρόμου ή της αυλής. Υστερα, ήταν ανάγκη να καθαρισθεί από το μίασμα των νεκρών όπως η Αλκηστις στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη.
Το ιερό πυρπολήθηκε από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ. και εγκαταλείφθηκε οριστικά .Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, οι Ρωμαίοι, θέλοντας να τιμωρήσουν τους Ηπειρώτες για τη συμμαχία τους με τον Περσέα, το βασιλιά της Μακεδονίας, και να εκδικηθούν για την εκστρατεία του Πύρρου κατα της Ιταλίας (280 π.Χ.) κατέστρεψαν εκ θεμελίων 70 τειχισμένες πόλεις της κεντρικής και νότιας Ηπείρου, τις περισσότερες μολοσσικές και αιχμαλώτισαν 150.000 ανθρώπους. Τον 1ο αιώνα π.Χ. με την εγκατάσταση Ρωμαίων εποίκων στην πεδιάδα του Αχέροντα και την ίδρυση της ρωμαικής αποικίας Φωτικής, βόρεια της Παραμυθιάς, η δυτική πτέρυγα του ιερού κατοικήθηκε ξανά, όπως μαρτυρούν τα κεραμικά ευρήματα, ενίοτε με λατινικές επιγραφές, και τα δύο δωμάτια στη δυτική πλευρά της αυλής.
Η σημερινή κατάσταση του Νεκρομαντείου μοιάζει με ένα μεγαλοπρεπές ταφικό μνημείο, όμοιο με μαυσωλείο, όπως διαμορφώθηκε από το τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα και αργότερα για την ταφή των βαρβάρων ηγεμόνων της ανατολιής (μνημείο του Μαυσώλου της Αλικαρνασσού). Πόσο συντηρητικά ήταν η παράδοση και τα νεκρικά έθιμα αποδείχνεται από το γεγονός ότι η περιγραφή της Οδύσσειας ήταν ο καλύτερος οδυγός για την ερμηνεία των δεδομένων της ανασκαφής. Τα ίδια περίπου νεκρικά έθιμα εξακολούθησαν να τελούνται και στην εποχή του Λουκιανού, 9 αιώνες αργότερα και πολλά από αυτά έπιζούν μέχρι σήμερα στις δοξασίες και τα νεκρικά έθιμα του ελληνικού λαού.
Είναι αξιοπρόσεχτη η εσωτερική τριμερής διάρθρωση του ιερού. Τρεις διάδρομοι, τρία τα δωμάτια της προετοιμασίας και επομένως τρεις οι φάσεις της μύησης, τρεις οι πύλες σε κάθε διάδρομο και στο λαβύρινθο, τρεις οι εσωτερικες διαιρέσεις του κυρίως ιερού και τρία τα δωμάτια στα δύο πλάγια κλίτη. Η τριμερής αυτή διαίρεση έχει σχέση με την παραμονή των χρηστηριαζομένων που υφίσταντο την προετοιμασία σε τρεις φάσεις, όπως και στα Καβείρια της Σαμοθράκης. Η όλη κατασκευή υπέβαλλε την ιδέα του Κάτω Κόσμου. Ο εισερχόμενος απο το βόρειο διάδρομο,για να φτάσει στην αίθουσα των ειδώλων, στρεφόταν διαρκώς προς τα δεξιά, μέσα στο βαθύ σκοτάδι του Αδη. Η αποχώρηση, όπως σημειώσαμε, γινόταν απο άλλο δρόμο. Το Νεκρομαντείο ήταν πιο εύκολο προσιτό από το μέρος της θάλασσας. Ο προσκυνητής που ερχόταν από τη νότια Ελλάδα, όταν περνούσε τα ακρωτήριο του Λευκάτα στη νότια άκρη της Λευκάδας, είχε την εντύπωση ότι βρισκόταν στη χώρα των νεκρων. Οταν έφτανε στις εκβολές του Αχέροντα ,στη χώρα των Χειμερίων, ανέπλεε, όπως και σήμερα, με ένα πλοιάριο τόν Αχέροντα, που τον περιστοίχιζαν καλαμιώνες, ιτιές και λεύκες, το Αλσος της Περσεφόνης.Υστερα αποβιβαζόταν στη βόρεια όχθη της Αχερουσίας λίμνης. Από μακριά ατένιζε με δέος τον τέφρό βράχο, στην κορυφή του οποίου υψωνόταν επιβλητικό, σκυθρωπό και περικλειστο σαν φρούριο, το ιερό του Αδη. Τέλος, ανέβαινε τον αιχμηρό λόφο του Αγίου Ιωάννη και από τη ΒΑ πύλη έμπαινε στην αυλή του ιερού, αναμένοντας την πολυήμερη δοκιμασία. Οικολογία
-
Η οικολογία του Αχέροντα ποταμού
Η πανίδα του ποταμού Αχέροντα, αποτελείται από άφθονα μικρά ψάρια, χέλια, καβούρια, βατράχια, πεταλούδες και λίγα ακίνδυνα νερόφιδα. Σπάνια μπορεί να συναντήσει κανείς βίδρες, οι οποίες υπάρχουν και στον Λούρο ποταμό και στον Αχέροντα τρεφόμενες με Πέστροφες. Τέλος στο τελευταίο τμήμα του Αχέροντα («Δάσος της Περσεφόνης») σήμα κατατεθέν είναι οι κρεμάμενες αηδονοφωλιές από τις ιτιές.